ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ  ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ



ΜΗΝΟΛΟΓΙΟN

2008
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
  1. Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ
  2. ΟΙ ΡΙΨΑΣΠΙΔΕΣ
  3. ΠΡΟΣ ΝΙΤΡΙΑ
  4. ΑΦΥΛΑΚΤΟΣ ΤΟΠΟΣ
  5. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ
  6. ΣΤΟ ΚΑΦΕ
  7. ΤΙ ΚΑΙΡΟΣ ΚΙ’ ΑΥΤΟΣ
  8. ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ ΕΛΑ
  9. Η ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ
  10. ΚΕΡΑΣΜΕΝΟ ΦΘΗΝΟ ΠΟΤΟ
  11. ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ
  12. ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ
  13. Τ’ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
  14. ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
  15. Ο ΧΡΟΝΟΣ ΧΑΝΕΤΑΙ
  16. ΣΤΑΥΡΟΙ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ
  17. Η ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
  18. ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ
  19. ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ
  20. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ
  21. ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ
  22. ΜΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΑ
  23. Ο ΑΛΚΟΟΛΙΚΟΣ
  24. ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ
  25. Η ΠΡΟΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ
  26. ΟΙ ΑΝΕΡΓΟΙ
  27. ΜΑΚΑΡΩΝ ΝΗΣΟΙ
  28. Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ
  29. ΑΝΕΜΟΣ, ΞΕΡΟΛΙΘΙΕΣ ΚΑΙ ΦΛΟΓΕΣ
  30. ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟ
  31. ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
  32. ΟΙΚΟΣ ΓΑΛΗΝΗΣ
  33. ΗΜΙΦΩΣ
  34. ΥΒΡΗΣ ΚΑΙ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ
  35. ΑΠΟΡΙΑ
  36. ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
  37. ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ
  38. ΛΕΥΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
  39. Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝΩΝ
  40. ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΓΗΣ
  41. Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ
  42. ΠΟΙΟΙ ΣΕΡΝΟΥΝ ΤΟΝ ΧΟΡΟ;
  43. ΟΙ ΙΚΕΤΕΣ
  44. ΑΝ ΕΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ…….
  45. ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΟΝΕΙΡΟΥ
  46. ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΧΡΩΜΑΤΑ
  47. ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΟΜΕΝΟΙ
  48. ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ
  49. ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Τ’ ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ
  50. ΚΟΛΥΜΒΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ
  51. ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΕΦΙΑΛΤΗΣ
  52. ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ
  53. Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΓΕΝΙΤΣΑΡΩΝ
  54. ΕΝΑ ΚΕΡΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΨΥΧΗ
  55. ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΙΑ ΔΑΚΡΥΑ
  56. ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ
  57. ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ
  58. ΦΕΥΓΕΙ Η ΜΕΡΑ……
  59. ΣΥΡΜΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ
  60. ΕΙΣ ΤΟΥΣ 1619
  61. ΔΙΑ ΛΙΘΟΒΟΛΙΣΜΟΥ


Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Κρυφή σας λέω πως έχουν γοητεία
όσ’ είναι παρακμιακοί.
Οι πιο πολλοί γίναν απ’ ατυχία
μα’ ναι παν’ απ’ όλ’ αυθεντικοί.

Θα τους δεις στους δρόμους ολημερίς
μα το φως γι’ αυτούς χλομιάζει νωρίς.
Και φεύγει η μέρα συνήθως άπραγη
κι’ έρχεται η νύχτα η αρπάγη.

Ακούγονται τότε κούφιοι ήχοι που τρομάζουν
ενός λαγού ψυχή
και τα’ αστέρια τ’ ουρανού χλευάζουν
όσ’ άλλ ’ άστρα πέσανε στη γη.

Άλλος στο περιθώριο ζει
κι’ άλλος ανεπανόρθωτα έχει εκτεθεί.
Κι’ ένας που τον κόσμο εβαρέθη
μια μέρα νεκρός ευρέθη.

Ακαταμάχητη γοητεία ασκούν
όταν τους ακούς να φωνασκούν
εκεί που συναθροίζονται όλοι μαζί
πόρνοι, μέθυσοι κι’ ατυχείς ναυαγοί.
Και πίνουν μ’ απληστία βότκα ,τζιν και μοχίτο
και μετά γαία πύρι μειχθήτω.

Aλλά ‘σύ Ιστορία, συνεταίρα της αδικίας,
ισχυρές δόσεις περιέχεις ειρωνείας.
Ζωή και Τύχη που δεν ανταποκρίνεστε
κι’ όσα καλά κι’αν τύχουν χαρτιά,
σεις στη λεπτομέρεια κρίνεστε,
σα σε χαρτοπαίγνιο γκαντεμιά
που τον μπαλαντέρ θέλουν όλοι
μ’ αυτόν τον κρύβουν οι διαβόλοι.


ΟΙ ΡΙΨΑΣΠΙΔΕΣ
Να δω τον κόσμο δεν μπορώ,
τα μάτια μου δεμένα.
Βήμα σε άβυσσο-κενό.
Μαύρο φόντο η ζωή
σε χρόνια ξεβαμμένα.

Γυρίσαν ανάποδα οι καιροί,
μη ψάχνεις τα περασμένα.
Μάντης τυφλός καλεί
εκεί στης πόλης την μεθόριο,
όσους ζουν στο περιθώριο.

Ο χρόνος απορεί ωχρός
πως οι χρησμοί βγήκαν αλήθεια
και γέμισαν τάφοι κενοί.
Κι’ ο θάνατος συνήθεια.
Κι’ η θάλασσα λίμνη νεκρή.

Πως μηδίσαν οι καιροί
και ρίξαν τις ασπίδες.
Κάποιοι να περιμένουν θαύμα,
άλλοι να πέφτουν στο κενό
κι’ άλλοι να γλεντούν αντάμα.

ΠΡΟΣ ΝΙΤΡΙΑ
Αυτός ο δρόμος έχει μια επιγραφή:
«προς Νιτρία ,γη άφιλη κι’ ερημική».
Για να πας εκεί ή θα ‘σαι ασκητής
ή του νίτρου κετεργαστής.

Εκεί στις ερημιές,
στις τέσσερις γωνιές,
στέκεται αετός οξύς,
άνθρωπος ,λέων και βους αψύς.

Η νύψη που ‘χεις χρεία
κτάται μόνο στη Νιτρία,
με κοπιαστική εργασία
μέσα σ’ απόλυτη ησυχία.

ΑΦΥΛΑΚΤΟΣ ΤΟΠΟΣ
Αφύλακτος ο τόπος ,γυμνός, κιοτεύει,
δίχως ακρίτες και βιγλάτορες,
έτοιμος για παράδοση σ’ όποιον ορέγει,
από μπανκαδόρους και σεβαστοκράτορες.

Τα φώτα της παραλίας
άπραγοι θα σταθούν φρουροί
πάνω από ξεβρασμένα καΐκια αλιείας
και βρώμικη ακτή.

Τότε ο κόσμος θα σέρνεται δετός ,
νύχτα θα τον σκεπάσει,
πειρατές θα τον κουρσέψουν δυστυχώς
κι ο χαλασμός δεν θα κοπάσει.

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ
Γυρνά η θάλασσα και γίνεται οργή θεού
κι’ ο ουρανός πεσμένη αυλαία.
Ο αέρας χέρι του χάμου
που ότι βρει αρπάζει.
Και συ Πηνελόπη περιμένεις τ’ Οδυσσέα
που τα κύματα δαμάζει.

Την θάλασσα χτυπούνε τα κουπιά.
Τα χτένια κδικιούνται τον αργαλειό.
Υφαντό πού ’φαναν οι μοίρες
ξηλώνεται μες τη νυχτιά
και γίνεται σχοινί γερό
που δένει τους μνηστήρες.

Σε θεϊκές αγκαλιές ,εραστής δεινός,
Οδυσσέα στριφογυρίζεις.
Μα ο νόστος είν’ ισχυρός
κι’ αδιάφορα σφυρίζεις.
Κι’ εσύ Πηνελόπη μνηστήρα δε διαλέγεις για παρέα
ούτε για την Ιθάκη άλλον βασιλέα.


ΣΤΟ ΚΑΦΕ

Havana club, Jose Guervo,
στριφτά τσιγάρα με τζιβάνα,
cd αγορασμένα από ‘να νέγρο
που κατάγεται από τη Γκάνα.

Νωθροί κι’ ανόρεκτοι θαμώνες.
Ούτε γέλιο ,ούτε κλάμα.
Ανέκφραστοι καπνιστοί χειμώνες
που τους περνάμε ολ’ αντάμα.

Τάβλι ,στοίχημα και χαρτιά,
ασήμαντα κέρδη, χαρά μικρή,
ίσα να γλυκαίνει τ’ αυτιά
η ψευδαίσθηση του νικητή.

Μα ‘δω δεν έχει άγγιγμα του Μίδα,
εδώ είναι σκεπαστή αλάνα,
ψυχής πόρτα δίχως κλείδα
σ’ εκκλησιά χωρίς καμπάνα.

ΤΙ ΚΑΙΡΟΣ ΚΙ’ ΑΥΤΟΣ
Τι καιρός κι’ αυτός
Τη μια η συννεφιά
Ψυχή βαμμένη μαύρα
Την άλλη άεργος
Με πόδια βαριά
Που σέρνονται στη στράτα

Αυτά τα χρόνια, ψευτιά
Χρόνια μισά ,κλεμμένα
Αλλά βλέπει η ματιά
Κι’ άλλα είναι κρυμμένα

Βόλτα σε μαχαλά παλιό
Άλλα θα βουληθώ να δω
Άλλα θα δει το μάτι
Σε λειψό σκοτεινό κομμάτι
Δρόμοι, στενοί ,σοκάκια
Γόπες , σύριγγες και τενεκεδάκια

ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ ΕΛΑ
Ζωγράφισε ο Θεός
κι’ έχασα το φως μου
μα θέλω να σε δω
κι’ ελπίδα δως μου.

Στα όνειρα μου έλα
σαν κόρη του αέρα
σαν ξωτικό.

Κάθε βράδυ αργά,
σ’ όνειρα γλυκά,
βλέπω μια σκιά
να στέκεται μακριά.

Στα όνειρα μου έλα
σαν κόρη του σέρα
σαν ξωτικό.

Μα εγώ σε περιμένω ακόμα
και ‘συ έρχεσαι την Κυριακή
που τ’ όνειρο της είναι ως το γιόμα
κι’ η νύχτα της μικρή.


Η ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ
Απόψε κάτι ήθελες να πεις
για τα χρώματα π’ αλλάζουν
για τις λύπες της ζωής
που δεν πρέπει να πειράζουν.

Η πιο σκληρή συνήθεια
είναι να λες αλήθεια
όταν μου μιλάς.

Αυτή τη νύχτα Θε μου
γιατί τη φτιάχνεις πε μου,
σκοτάδι να σκεπάζει
της ψυχής τ’ αγιάζι.

ΚΕΡΑΣΜΕΝΟ ΦΘΗΝΟ ΠΟΤΟ

Μικρός ο κόσμος
κι ο τόπος λίγος.
Η καπνίλα αγάπης αγκαλιά
για μια νύχτα που φαίνεται μικρή
και ποτέ σου δεν σου φτάνει.

Μια ζωή,
όνειρο μικρό
σαν φλάς σαν αστραπή,
άλλος θα την χορτάσει
κι άλλος θα τη βαρεθεί.

Φτηνό, ποτό φτηνό,
ένας τον άλλο να κερνά
βουτιά στα κρύα του νερά
μαζί με τη χαρά.

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ
Καταμεσής του κάμπου ο ποταμός φιδίζει
και μια αντλία που τραβά νερό συρίζει,
στις όχθες δέντρα ανάκατα φυτρωμένα,
ρίζες που ποτίζονται με νερά φαρμακωμένα.

Κάποτε ’δω ήταν Θεού χαρά
κι’ αλιεύανε οι χωρικοί τα ψάρια
που τώρα επιπλέουνε νεκρά
στα βρώμικα νερά, στα μαύρα χάλια.

Όπου τσαλαβουτούσανε ατίθασοι οι πιτσιρίκοι,
το καλοκαίρι όταν η ζέστη γίνονταν εχθρός
τώρα προβληματίζονται περίλυποι περιοίκοι
δίχως να πιστεύουν πως κατάντησε ο Πηνειός.

Σημεία που των Φώτων ρίχναν τον σταυρό ιερωμένοι
και βούταγαν αμούστακοι οι νεαροί για να τον πιάσουν,
κοιτάζουν τώρα έκπληκτοι ανήμποροι ηλικιωμένοι,
πολίτες με σκουπίδια που παν για να τ’ αδειάσουν.

Δω γύρω πού ’δινε η γη καρπούς ευλογημένους
κι’ έτρωγαν οι άνθρωποι ψωμί γλυκό
τώρα με φυτοφάρμακα τους έχουν ραντισμένους
κι’ ότι τρως σου φαίνεται πικρό.

Αυτή η γη που ’ταν χλωρή με χώματα παχιά.,
λες κι’ είχε βουτηχτεί σε υδρία
τώρα την κοιτάς και σκίζεται η καρδιά
που ρωγμόνεται απ’ την ανομβρία.


ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ

Έριξα τα μάτια μου στη πέρα γη
εκεί που οι φωτιές ερχόταν εξ ουρανού
και πέφτανε τ’ αστέρια σα βροχή
στην αυλή του πανικού.

Κοίταξα τον ουρανό μήπως ‘ρθει βοήθεια
κι’ είδα νεκρούς πλανήτες.
Ατένισα τον ορίζοντα να δω αλήθεια
κι’ είδα λεφούσια από αλήτες.

Είδα τον διάολο φτιαγμένο να χλευάζει,
ριπές των όπλων τα γέλια του γινόταν
και των αμάχων τις στριγκλιές έκανε χάζι
καθώς για τον χαμό αυτόν καυχόταν.

Εδώ νυχθημερόν ψυχές και σώματα κουρσεύονται,
μετράς και σου λείπουν πόδια και χέρια αντάμα,
λείπουν παιδιά εδώ κι’ αλλού γονείς νεκροί σκυλεύονται
και πουθενά ελπίδα ,μόνο θρήνος συρτός και κλάμα.

Θέλουν πολλοί να μετρήσουνε τον χαλασμό
μα με τα μέτρα τα δικά τους,
θέλουν και παιδιά να κάνουν λογαριασμό
μα λείπουν τα δάκτυλά τους.


Τ’ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Φωτίζου - φωτίζου όλη η πόλη
σήμερα γιορτή όπως κάθε μέρα,
με οποιαδήποτε αφορμή.
Μόνο και μόνο για να χαίρονται οι χαχόλοι

Φωτίζου - φωτίζου όλη η πόλη,
κάνοντας τους κεντρικούς δρόμους χειμάρρους φωτός.
Μεσοχείμωνο κι οι καταναλωτές αφηνιασμένοι,
πείθουν τον εαυτό τους ότι χαίρονται.

Φωτίζου - φωτίζου όλη η πόλη
απορώντας πιο πνεύμα πλανάται,
ποιο μήνυμα ποιων γιορτών.
Μα τ’ αποκριάτικο των Χριστουγέννων.

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Μεσ’ από μύριους δρόμους,
μ’ άρρητα βάρη στους ώμους
κι’ ατέλειωτες διαδρομές ,
σε σταυροδρόμια που αλήθειες λέγονται ωμές,
αντάμωσαν οι μοναξιές
με τους χαμένους κόπους.

Οι άνθρωποι χλωμοί και φοβισμένοι,
τα μάτια τους τα ρίχνουν χαμηλά,
είναι ντόπιοι και νιώθουν ξένοι,
σύνδρομο ήττας που περνάει στα ψιλά.
Κι’ η συνείδηση ωραία κοιμωμένη,
μηχανή που εύκολα χαλά.

Πετάνε χαμηλά σμήνη από πουλιά,
σε χειμωνιάτικο ημερολόγιο αναφέρεται.
Ρούχα χοντρά αγοράζονται φθηνά
από γυρολόγο που περιφέρεται
με χέρια που του ‘μειναν γυμνά
γιατί το βερεσέ ανέχεται.

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΧΑΝΕΤΑΙ
Ο χρόνος χάνεται
σε καλντερίμια και λίθινα τόξα,
σ’ ασπρισμένα κράσπεδα,
σε χαλασμένα πεζούλια.

Ο χρόνος χάνεται
στα ψηλά καμπαναριά των εκκλησιών
όπου οι φωλιές των πελαργών
π’ αγκαλιάζουν τους σταυρούς τους.

Ο χρόνος χάνεται
μαζί με τα πουλιά στο πέταγμά τους,
με τα νερά στο κατρακύλισμά τους,
με το θρόισμα των φύλλων.

Ο χρόνος χάνεται
στις παλιές φωτογραφίες
που παγίδευσαν το φως του ήλιου
και των προσώπων την έκφραση.

Ο χρόνος χάνεται
στ’ άδυτα κι’ άρρητα του τόπου,
στον αόρατο πόλεμο,
που ‘ρήμωσε τα σπίτια.


ΣΤΑΥΡΟΙ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ
Μέσα από τούνελ και στοές
και μισητά φρεάτια,
μεσ’ από μυστικά δωμάτια
και τάφρους βαθιά σκαμμένες ,
ακούγονται φωνές, φωνές απελπισμένες.

Μια πομπή, του Άδη λιτανεία,
παράσταση απ’ αρχαία τραγωδία.
Πάνε μπροστά οι σταυρωτές
και πίσω οι δήμιοι, της ζωής υβριστές.

Τι ξύλινοι δοκοί είναι αυτοί.
Θολά τους βλέπω μεσ’ απ’ την αχλή.
Μοιάζουν να’ ναι σταυροί
κι’ είναι σταυροί στην ομίχλη.

Η ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Ο δρόμος που φεύγει η μέρα , ανοιχτός
δίχως προσκόμματα.
Κι’ άνθρωπος μάρτυρας ισχνός
για του καιρού καμώματα.
Χαμένη σπορά σ’ οργωμένα χώματα.

Ο χρόνος περνά ανεπιστρεπτί,
τυφλός αυτός που δεν γνωρίζει,
βασιλιάς η΄ στρατιώτης κι’ αν εστί,
πίσω κανένας δεν γυρίζει
περνώντας από γέφυρα που τρίζει.

Παιχνίδι η ζωή για όλους.
Νικητές και ηττημένοι
παίζοντας βόλους
στο τέλος φεύγουν πικραμένοι
γιατ’ ίδιο έπαθλο τους περιμένει.

Ποια μονοπάτια τα πόδια μας βαδίζουν
και που να οδηγούν αυτά.
Ταξιδιώτες σε διαστήματα που βρίζουν
ματιές στην αιωνιότητα ρίχνοντας κλεφτά
όταν από σήραγγες διαβαίνουνε σκυφτά.

Η οικουμένη όλη σφαίρα
κι η ιστορία της τροχιά.
Κολύμπι στο κενό και στον αέρα.
Μυρίζει αίμα και σήψη από κορμιά.
Φθαρμένες ίνες σε κανάβινα σχοινιά.


ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ

Εκεί που τα κύματα μερευαν
κι’ είχε η θάλασσα γιορτή,
κόρες ξανθές μπερδεύαν
τη νιότη με την ηδονή.

Οι παραλίες λύνονται στο φως
κι’ η αύρα θερίζει την αρμύρα.
Την ώρα που η άμμος καίει
περιφέρετε ανεπιθύμητος τρελός
που καταδίκασε η μοίρα
χωρίς αυτός να φταίει.

Στη διαπασών των μπαρ η μουσική.
Ψυχές που απ’ το ποτό σαρώνονται.
Κορμιά χυτά λιχνίζονται κι’ απλώνονται
φορώντας για ρούχα φύλλα από συκή.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ
Ο κόσμος όλος ναρκοπέδιο,
τοπίο σε κατάσταση θολή.
Οι σκέψεις ,ομίχλη σ’ οροπέδιο.
Κι’ ο χρόνος θύμηση πικρή,
εξίσωση για θύματα και θύτες.

Σε συναξάρια και παλιές γενιές
ψάχνεις αρχέγονους προφήτες
όπου χάθηκαν στο χρόνο σαν κομήτες,
πέφτοντας εκεί που πυκνώνουν οι δαφνιές
και τα κυπαρίσσια ανοίγουν δρόμο.

Εδώ ζητά ο αρμεκτής ψυχών
να πληρωθεί τον κόπο του αδρά
πριν σβήσουν τα φώτα των οδών
και το σκοτάδι κυλήσει αργά,
βαρύ σα τάρα από φόρτο.

ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ
Γυνή γυμνή σε συντρίμμια έκλαιγε
εκεί που ζωής χαρά της κλέψαν
όταν τη ψυχή έρως την έκαιγε.
Κόρη ‘σουν που το κορμί της δρέψαν.

Οι καπνιές των αυτοκινήτων στις λεωφόρους,
σε κολασμένα πεζοδρόμια και πόρτες στενές,
σε κατάπια αδύτων γράφουν άδικους όρους
που ‘συ τους δέκτηκες χωρίς να θες.

Οι στυλοβάτες των αναμμένων φαναριών
στις διαβάσεις των αλλήθωρων πεζών,
φίλοι και στηρίγματα ψυχής γίνονται αντάμα
την ώρα που πέφτει όξινη βροχή αντί για νάμα.


ΜΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΑ

Είδα κάποτε μια ζωγραφιά
που τρέχανε νερά
και χάνονταν στο χρόνο.
Δίπλα κάθονταν κυρά
σ’ ασημένιο θρόνο

Και κοίταζε τον ουρανό κλεφτά
που ‘ταν γεμάτος χρώματα
που πήρε απ’ τα χώματα
κι’ έκαναν τον ήλιο
σα δίσκο από βυνίλιο.

Είδα κάποτε μια ζωγραφιά
που τρέχανε νερά
και χάνονταν στο χρόνο.
Εκεί κόλλαγαν φτερά
στις πλάτες και στον ώμο.

ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ
Στων χωριών τα πανηγύρια τα παλιά
που ‘φευγε ο καιρός αργά
κι’ αγκάλιαζε ερωτικά τη φύση,
εκεί μου σβήνουνε οι θυμησιες
σε παλιές λιτές κι’ όμορφες ‘κκλησιές
που κάποτε λεβάντα είχαν μυρίσει.

Εκεί μαγείρευαν τα σφάγια
που βλόγαγε ο άγιος την παραμονή
και κέρναγαν ξηρά κρασιά και τσιπούρα τράγια,
δοκιμάζοντας οι μερακλήδες στο ποτό την αντοχή.
Κι’ ύστερα μέγας χορός στηνόταν
και βλέμματα από νιους και νιες διασταυρωνόταν.

Εκεί τραγούδαγαν γι’ αγάπη, θάνατο και λεβεντιά
και για τα φλάμπουρα που κράταγαν οι κλέφτες στα βουνά.
Εκεί τα όργανα αφήνανε τους ήχους
και οι οργανοπαίχτες οδηγούσανε τους χορευτές σε ίστρους.
Τώρα στον περίβολο των ναών περιφέρονται βαρετά
χλιαροί πιστοί κι’ ανάγωγα παιδιά.

Ο ΑΛΚΟΟΛΙΚΟΣ


Απέναντι στα ράφια του μπαρ
τα μπουκάλια όμορφα φαντάζουν.
Γύρω γυναίκες μοιάζουνε σαν σταρ,
θαμώνες που φωνάζουν
μες στην πυκνή καπνίλα.

Πλάι σ’ άδειες φιάλες ποτών
κάθεται θλιμμένος αλκοολικός ,
συντροφιά με κάστα χασισοποτών,
αναπνέοντας μελαγχολικός
αντί γι’ άρωμα ξινίλα

Απ’ την κοινωνία φεύγει σαν λεπρός.
Άσχημες ώρες στη ζωή.
Περιφερόμενος μισός νεκρός,
στη μέθη, στην υπομονή
στη μούχλα, στη σαπίλα.


ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ
Εκεί στους λόφους που γυρνάς
τις ώρες που ο ήλιος πέφτει,
σκύλος μονάχος αλυχτάς
τον άνεμο τον κλέφτη
κι’ έναν άσωτο που ‘γινε φονιάς.

Τώρα που χάθηκε η εποχή
ακολουθείς νωθρός μια λιτανεία
για να φέρει ο καιρός βροχή.
Σύνοδος δίχως απαρτία.
Συγκλητικός χωρίς πυγμή.

Άνοιξε η Πανδώρα το κουτί της,
του μουεζίνη την φωνή σαν άκουσε.
Σήκωσε η μοίρα το λευκό πανί της,
τον κώδωνα κινδύνου παράκουσε
πριν να λήξη η ποινή της.


Η ΠΡΟΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Πώς να περνούν τις μέρες
γέροι που κάθονται στην αντηλιά
κι’ ακολουθούν τα μάτια τους τον ήλιο.
Η βροχή οξείδωσε τις βέρες
που αραβωνιάσαν μια γενιά
και την προικίσαν μ’ ένα αλσύλλιο.

Περιφερόμενοι ακτήμονες μ’ ανάσες δανεισμένες
τους μετρούν τα πράγματα χρηματιστές
και στην προέκταση του δρόμου με φωνές δοσμένες
υπόσχονται θαύματα οι δειπνοσοφιστές.

Στρώσαν στη γη φύλλα από ελιά
κι’ απλώσαν οι άνθρωποι τα τιμαλφή
γύπες θρονιάσαν κι’ έφτιαξαν φωλιά
κόλακες ,ύαινες και συναφή.


ΟΙ ΑΝΕΡΓΟΙ

Σα να μη κατάλαβε κανείς
τα όνειρα που γίναν εφιάλτες
φτύνοντας καταγής
απόξενοι σιωπηλοί διαβάτες.

Φουμάροντας αργά
σάπια καπνά
τυλιγμένα σε πτυχία
αγοράζουν με δανεικά
φθηνά λαχεία.

Δάχτυλα με νικοτίνη κιτρινισμένα
δείχνοντας μικρές αγγελίες
πόρτες κλειστές, νεύρα σπασμένα
βλέμμα απλανές, λιγοστές φιλίες.



ΜΑΚΑΡΩΝ ΝΗΣΟΙ

Στων Μακάρων τη γη
σ’ αυτά τα περίεργα νησιά
λέξη άγνωστη η οχλαγωγή
και η μνήμη βλάσφημη βρισιά.

Στη γη των Μακάρων
φωνή από σοπράνο
η υδατόπτωση των χειμάρρων
συνοδιά σε βλέμμα πλάνο.

Οι νότες περιφερόμενες αρνούνται
να συντροφεύσουν ένα Σίσυφο
και να στροβιλίζονται αρκούνται
μες σ’ ανεμοζούρι ανήσυχο.



Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

Ούτε βροχή, ούτε συννεφιά
σ’ αλλόκοτο καιρό
μόνο θλιμμένη δύση
ανθρωποθάλασσα για συνοδιά
που ρίξε δάκρυα για νερό
σε στειρεμένη βρύση.

Συντονίζεται της καρδιάς παλμός
με γοερό θρήνο γονέων
κι’ ακούγεται απόκοσμος ψαλμός
για την ομορφιά των νέων.

Απέραντη χριστιανική σιωπή
σε μια αυλή κόσμο γεμάτη
η πιο μεγάλη προσευχή
την ώρα την εσχάτη.



ΑΝΕΜΟΣ, ΞΕΡΟΛΙΘΙΕΣ ΚΑΙ ΦΛΟΓΕΣ

Στήλες καπνού, μαύροι παραστάτες
κι’ο άνεμος χορεύει το κριθάρι
να τραγουδούν Ιρλανδοί επαναστάτες
καθισμένοι σε λιθάρι.

Αέρας μάζεψε σε μια βαθιά γωνιά
πεσμένα φύλλα γκρίζου φθινοπώρου
ξερόφυλλα που λιγουρεύεται το μάτι του απόρου
προσάναμμα να τα ΄χει για φωτιά.

Πεσμένες ξερολιθιές και φράκτες
χωριά - αποκαΐδια, σπίτια - στάκτες,
ένας δρόμος για τη μάχη,
μακρύ ταξίδι για όποιον λάχει.



ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟ

Τα κύματα ξεκλέψαν ώρες στα πελάγη
καράβι που ‘δωσε απάντηση πικρή
τον θρήνο αρπάξανε οι γλάροι
κι’ η αδερφή τ’ Αλέξανδρου πενθεί
γοργόνα που μαρμάρωσε στην Κοπεγχάγη
βορά στον χρόνο ν’ αφεθεί.

Μαυροντυμένες κόντρα στο βοριά
με κεριά αναμμένα
στέκουν σε μάρμαρα σπασμένα
σημαδεμένα με σκουριά π’ άφησε ο καιρός
τη μέρα που ξεψύχησε το φως.

Ποιος άνοιξε τάφο και τον σύλησε
και πρόσβαλε νεκρούς πολεμιστές
ποιος μ’ αναίδεια μίλησε
κι’ έσυρε χορό από ληστές
η μέδουσα τον φίλησε
και χάθηκε στο χτες.


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Να κοιτάς
με τα μάτια της καρδιάς
στα βάθη της φωτιάς
το φως που μου ζητάς.

Με τα ματιά της καρδιάς
θέλω να με δεις
στο σκοτάδι της βραδιάς
την ώρα της βροχής.

Να κοιτάς
με τα ματιά της καρδιάς
στα βάθη της φωτιάς
το φως που μου ζητάς.

Με τα μάτια της καρδιάς
στους δρόμους της σιωπής
συντροφιά της μοναξιάς
τον ίσκιο σου θα δεις.



ΟΙΚΟΣ ΓΑΛΗΝΗΣ

Σε μια στροφή θα δεις
τη λεπτή γραμμή της λογικής
πάνω – κάτω βόλτες
μπρος σε κλεισμένες πόρτες
μες σε σιωπηλή αυλή
ζωντανοί - νεκροί.

Ισορροπία σε λεπτή κλωστή
σε μονοπάτια ανασφαλή
φωτιά στην ομίχλη
ορατότης μηδέν
μοναξιά και λήθη
και στο ταμπλό ουδέν.


ΗΜΙΦΩΣ

Φως ανεπαρκές
το καλούμενον λυκαυγές ή λυκόφως
ιδανικό για μισή αλήθεια κι’ ολίγον ψεύδος.
Είναι η ώρα που διδάσκει συνήθως ο Βαλαάμ
και συναθροίζονται οι Νικολαΐτες.
Αυτή την εκλεκτή συγκυρία επιλέγουν
ν’ απλώσουν το εμπόρευμά τους
στους πάγκους της Περγάμου
φακίρηδες, γητευτές και μάγοι
πουλώντας βότανα φαρμακερά
μα κυρίως άψινθο
κι’ όπως διαλαλούν ιδανικός είναι
για να συνοδεύσει την βρώση ειδωλόθητων
άλλα κι’ εξαίρετος για παραισθήσεις
κι’ ιδιαίτερα ανακουφιστικός
για όσους συμμερίστηκαν τα πλάνα.


ΎΒΡΗΣ ΚΑΙ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ

Έφυγαν οι μέρες που ‘ταν μετρημένες
από αστρολάβους που βρεθήκαν στο βυθό
αφήνοντας βρισιές και ρύμες χαραγμένες
και ξόανα να παριστάνουν τον θεό.

Σύναξε ένα χέρι μαγικό και λερωμένο
της ιστορίας ρετάλια και παρείες
και μ’ ένα τενόρο καλοπληρωμένο
παράσταση στήθηκε με παραφωνίες.

Άσματα βλάσφημα άδοντα
από τελάληδες συνοδιά επιστημόνων
εξωραΐζοντας φονιά και χάροντα
στα μάτια των ακτημόνων.

Μες στον πόλεων τώρα τον αχό
χυμένο αίμα μηδενικής αξίας
το ποτάμι που ‘διώξε εχθρό
κι’ όποιος το ‘χύσε βλαβερός λοξίας
που σύλησε άταφο νεκρό.

Άρχισαν τα όρνεα να τσιρίζουν
για παλιές φωτογραφίες και εικόνες
που αναφέρονταν στο χθες
βαριές κατάρες να ξεστομίζουν
εικονομάχοι που φέραν τέσσερεις χειμώνες
αντί για τέσσερες εποχές.

Θλιβεροί νταήδες από ασφαλή εξέδρα στα ψηλά
να επιτιμούν όσους χύνουν δάκρυ για τραγική στιγμή
και να περνούν στων εφημερίδων τα ψηλά
την κάθε άβυσσο σαν απλή ρωγμή.


ΑΠΟΡΙΑ

Εστάθει ο λογισμός μου φραγμός ζωής.
Η ακηδία σ’ αγρύπνια εκτροπή.
Ο μεν ζυγός δικαιοσύνη η δε αρίθμηση φύσεως τάξη.
Πρώτη στάση για μέτρηση στις παρυφές του ορίζοντα
την ώρα που στεφάνωνε τον κόσμο ο φόβος της άγνοιας
κι’ εγώ ως σκια του Άδη γινόμουν ψυχή δίχως μνήμη
κι’ άεργος ατένιζα ένα ήλιο με το φως αχαμνό,
μακρινό, παγερό, θολό για όλους.
Κι’ ο λόγος μου μύστης κρυψίνους
η δε σιωπή μου έσχατη απολογία στο θεό
ακριβώς την στιγμή που βουΐζαν οι αιώνες,
κρατώντας τον ίσο των αίνων
που έψελνε ο χορός των προγόνων,
εξατμίζοντας την απορία μου για τον χρόνο και την αιωνιότητα.


ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Στους δρόμους του κόσμου
και μπροστά στον ουρανό
που δεν τελειώνει
σταυροδρόμι πλέκεται νωθρό
με λόγο που στοιχειώνει.

Στους δρόμους του κόσμου
καθώς τους περνάς
παζάρι χρωμάτων συναντάς
κι’ ακούς γλώσσες ανθρώπων
και κρότους όπλων.

Στους δρόμους του κόσμου
ταξίδι μακρύ
δίχως τελειωμό κι’ αρχή
κι’ ένα σπασμένο ρόδι
για κατευόδι.

Στους δρόμους του κόσμου
μωσαϊκό σε έκταση
και μια μεγάλη έκσταση
μνημεία , μνήμες και δεσμοί
έθιμα , ήθη και θεσμοί.


ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ

Τα μάτια γυρίσαν από φόβο,
και μούδιασε ρακένδυτο κορμί
την ώρα πού άρμεγαν την βροχή.
Σε βωμό που μοίαζε με ρόμβο
θυσίες κάναν οι χοιροβοσκοί
και σκορπίζανε το αίμα στο δρομί,
χαράζοντας τον κόμβο,
δικαίωμα σαν είχαν στη νομή.

Τα ρούχα που φύγαν απ΄το σώμα
σκορπίσαν τριγύρω απ΄τη φωτιά
και σκέπασαν το χώμα
που σκάλιζε η μάνα του νοτιά
που’χε αλλάξει χρώμα
απ’την αποκοτιά.

Χώθηκαν τα νερά σ’ασκούς,
κι η ξέρα περπάτησε τον κάμπο
που κάνε γεύμα στους θεούς.
Γύφτοι ξέφτισαν ένα μάμπο.
Άσκοπα γύρναγε η μπάμπω
που κάποτε άναβε φανούς.

Καθώς περνούσαν μπροστά από καντήλι,
παγώνια και υποκριτές,
κοίταζε παιδί που το λέγαν Βασίλη
στο πλάι έχοντας κριτές
και ζητωκραύγαζαν εχθροί και φιλοί
που οι φόνισσες γύρναγαν λυτές.


ΛΕΥΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Η παγωνιά αγκάλιαζε την φλέβα,
σε χάιδεψε η νύχτα απαλά,
τροφή ξερή, παλιά κονσέρβα,
πάλι έφαγες καλά
και θυμήθηκες μια Εύα
που σου λέγε ναι μέν αλλά.

Τώρα ψάχνεις για δροσιά,
χόρτα που φύτρωσαν στο χώμα.
Σκουπίδια έχεις συντροφιά
κι αντί για ύπνο κώμα.
Κάποιοι σου φωνάζουν έχε γεια
και σύ ακούς ακόμα.


Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝΩΝ

Στα όστρακα σκαλίσαν τ’ όνομά σου
και σε στείλαν σε θλιβερή αυλή,
κοντό τ’ ανάστημά σου
κι’ η ανάσα σου κοφτή.

Εκεί που η χρεία έφτιαξε αλώνια
λικνίζει μια φατρία τα κορμιά.
Σκηνικό χλιδής ,ακριβά σαλόνια
κουρσεμένα απ’ το σιτοβολώνα του νοτιά.

Ακούς φωνές στ’ ακούστηκα των τηλεφώνων,
γέλια, τσιρίγματα και μουσική
και συ γυρεύεις την σιωπή των ελαιώνων,
την έξοδο κινδύνου και τη φυγή.


ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΓΗΣ

Στην άκρη της γης
των δορυφόρων τις τροχιές
και τα γυρίσματα
θα δεις,
αχνές σκϊές
πάνω σε κτίσματα.

Στη διαδρομή
κανάβινες τριχιές
κι’ αγχόνες
Μέρα για μια στιγμή
κι’ αμέτρητες νυχτιές
μες τους αιώνες.

Στις στέγες των σπιτιών
βλέπω κεραίες
και κιγκλιδώματα,
μετρούν τον χρόνο λεύγες,
ξέθωρες σημαίες
και σημειώματα.


Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ

Σαν είναι μπόρα και περνά
θάλασσα και ζαλίζει
την αγάπη της κερνά
και την ζωή της βρίζει.

Κλήρος ήταν, για λαχείο
κι’ αγκάλιασες την ερημιά
του τσιμέντου μοναξιά
και της ψυχής το κρύο.

Αν είναι ψέμα και περνά
λάθος που δεν πρέπει
άλλος κοιτά την αντηλιά
κι’ άλλος τον ήλιο βλέπει.



ΠΟΙΟΙ ΣΕΡΝΟΥΝ ΤΟΝ ΧΟΡΟ;

Ποιοι ξεσκονίζουν της ζωής
κετάπια ξεχασμένα
ποιοι ζωγραφίζουν της ψυχής
τα’ άδηλα και τα κρυμμένα.

Σε δρόμους παλιάς γραφής
σε χάρτες σκονισμένους
νομίσματα παλιάς κοπής
με βασιλιάδες καπνισμένους.

Ποιοι σέρνουν τον χορό μπροστά,
ποιοι είναι οι κορυφαίοι
σε έργα τραγικά,
ήρωες μοιραίοι.


ΟΙ ΙΚΕΤΕΣ

Της μοίρας τα καμώματα
σε λασπωμένα χώματα
άνθρωποι στ’ αζήτητα
ήρωες σε νουβέλες ψυχές
που δέρνονται αλύπητα
μες σε υγρές φαβέλες.

Γύφτοι τρίβουν τα χαλκώματα
κατ’ απ’ του ουρανού τα χρώματα
εκεί που τα θύματα σιωπή τηρούν
και τα μάτια τους θωρούν
πράγματα πικρά
που κοστίζουν ακριβά.

Στο ναό με τις ροζέτες
κατέφευγαν ικέτες
γράμματα στέλνοντας σε όλους
μα τα διαβάσαν λίγοι
η ζωή μοίρασε τους ρόλους
και σκόρπισε την ρίγη.

ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ…….

Πες μου ποιες πόρτες θ’ ανοίξουν
ποιες αγκαλιές θα σε δεχτούν
πόσο τα γέλια να βαστούν
και ποιους τα ψέματα θ’ αγγίξουν.

Αν είναι αλήθεια και κρατεί
κι’ άστρο που φεγγίζει
τότε η καρδιά πονεί
κι’ η ζωή γυρίζει.

Πες μου ποιο νερό δροσίζει
ποιον τα λόγια σου μαγεύουν
ποιον τα ξωτικά γυρεύουν
και πίσω δεν γυρίζει.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΟΝΕΙΡΟΥ

Πόσο κρατούν τα όνειρα
πότε τελειώνει ο χρόνος
πως χτυπάει η καρδιά
σαν την κεντά ο πόνος.

Σύννεφα σαν προσευχή
αέρας σαν τραγούδι
δώρο να’ ναι η βροχή
στο πρωινό λουλούδι.

Άλλα τάζει η ματιά
άλλα δίν’ η ώρα
όλα τα καίει η φωτιά
κι’ όλα τα σβήν’ η μπόρα.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΧΡΩΜΑΤΑ

Χρώμα η νύχτα πα’ να βγάλει
την άλλη όψη της να δεις
τη μια μιζέρια ,την άλλη κάλλη
άκρη δε θα βρεις.

Ένα βράδυ θέλησα κ’ εγώ
ως την αυγή να κάτσω
τον ήλιο για να δω
την ανατολή να φτάσω.

Χρώμα ‘δω και χρώμα ‘κει
πάνω σε γκρίζο φόντο
άνεμος ν’ αρπάζει την ψυχή
και στη ζωή να κάνει σκόντο.

ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΟΜΕΝΟΙ

Οι καλαμιές σκέπασαν τα κανάλια
την ώρα που ο ήλιος έκλεβε νερό
του λίβα χέρι σαν τανάλια
σβέρκωσε τον κάμπο και τον έκανε νεκρό.

Χώμα που ‘ψησε ο ήλιος, ραγισμένο κεραμίδι
κι’ οι ρωγμές αγιάτρευτες πληγές
σε μια γη που άνοιξε σα στρείδι
και της γίναν στρέφες οι πηγές.

Ξυπόλητοι και σκονισμένοι περπατούν
στου κόσμου την άσφαλτο και την βρωμιά
πότε τρελό, πότε τυφλό ρωτούν
ποιος έχει των υδάτων τα κλειδιά.

Μαζί μ’ αυτούς που τρώνε τα χιλιόμετρα
άγνωστος κι’ αΐσκιωτος διαβάτης
μες σε δάσος από παρκόμετρα
στη λεωφόρο της αυταπάτης.

Περνά απ’ τα μάτια τους μπροστά
η μοίρα που χωλαίνει
ο χρόνος που όλους τους χρωστά
και το φαρμάκι που μαραίνει.



ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Τώρα που πρέπει να διαλέξει η ψυχή
άλλα σου λέει η καρδιά
κι’ αλλά φωνάζει η λογική
μια στον πάγο και μία στη φωτιά
έξοδος κινδύνου και φυγή.

Ήθελα κι’ εγώ να περπατήσω
σ’ ένα γιαλό βουβό
στη θάλασσα από βράχο να βουτήσω
μυστικά απ’ την άβυσσο και το κενό
τον κόσμο να γυρίσω.

Έστριψε ο καιρός του θανατά
σαν τον μαχαίρωσε λακές
σ’ ένα τόπο φουκαρά
π’ άκουσε γνώριμες φωνές.

Έσπασε η καρδιά πολλές φορές
δυο σταγόνες κόκκινο κρασί
λεκές που δένει δυο ψυχές
πάνω σε παλιό σασί.

ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Τ’ ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ
Πίσω από σαρακοφαγωμένες πόρτες των κλειστών αυλών,
με τις ώρες λιάζονταν κάποτε κυρές,
δίπλα σε στέρνα που μάζευε βρόχινο νερό
που καθρεπτίζονταν να δουν την ομορφιά τους.

Γρατσούνισε η ιστορία γράμματα
πάνω σε μάρμαρα και πέτρες
και το φως σχημάτισε σκιές
να ξεκουράσει τις αυλές και τα πλακόστρωτα.

Εδώ ο μύθος έφτιαξε νεράιδες και ξωτικά
και θρύλους με κτιστάδες και γεφύρια πέτρινα.
Οίνος ερυθρός σε βαρέλια δέντρινα, καλόπιασμα στο καιρό
να μη γίνει τρωκτικό και φα της ιστορίας τ’ απομεινάρια.


ΚΟΛΥΜΒΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ

Στοιχειά απλώσανε το δύχτι
να πιάσουν στα σίγουρα ψυχές,
στριγκλιές στο μεσονύχτι
κι’ απόκοσμες φωνές.

Νικήσαν όσοι ‘χαν την φωτιά
πού ’ρχονταν απ’ τον Άδη,
γύπες τσιμπάνε τα κορμιά
και παίρνουν το μεράδι.

Τώρα ανδρεία δεν περνά
όπλα, χέρια γυμνά και ύμνοι
αμήχανοι μες στ’ αμπριά
κολυμβητές σ’ Αχερουσία λίμνη.



ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Τα θαύματα κρατούν
τρεις μέρες τα μικρά
και πέντε τα μεγάλα
κεραντζήδες μου πωλούν
καπνά πικρά
και ξινισμένο γάλα.

Όσο τ’ όνειρο ακριβό
τόσο φθηνός ο εφιάλτης
παίρνω τον δρόμο για να βρω
που σκόνταψε ο άλτης
μια τρέχω, την άλλη περπατώ
σαν παλαβός διαβάτης.

Πόσο μακριά είν’ τα μέρη κείνα
ποια μάτια τα ‘χουν δει
ποιοι τα ‘χουν περπατήσει
εφτά τσιγάρα δρόμο η Αθήνα
δώδεκα πακέτα εκεί,
εκεί που σβήν’ η δύση.



ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ

Που ταξιδεύεις χρόνε και ποτέ δεν φτάνεις;
Τι απορείς ουρανέ και περίεργα κοιτάζεις;
Σε φλόμωσε ο άνθρωπος καπνίλα;

Τι ψάχνεις θάλασσα κι’ ανακατώνεσαι;
Οι πόλεις σου μπουκώσαν τα σωθικά σου απόβλητα
και συ για κδικιό τελεύεις την ψαριά σου.

Τι σκαλίζεσαι γη για να καρπίσεις;
Σου αφαιρέθηκαν οι ωοθήκες ,
δυστυχώς δεν το αντιλήφθηκες.

Μεταστραφεί η φύση κι’ ο κόσμος αγνώριστος
μεταλλαγμένου ανθρώπου καρπός υβριδικός
μέσα από τους κήπους της Βαβέλ.



Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΓΕΝΙΤΣΑΡΩΝ

Έστεκε ο σουλτάνος θλιβερός κι’ άβουλος
μη ξέροντας πώς να πράξει με τους αυθάδεις γενιτσάρους
που κάθε φορά απαιτούσαν όλο και μεγαλύτερο λουφέ.

Τώρα να ‘τοι πάλι στην παρέλαση, πρώτοι και καλύτεροι.
Μπροστά από τα τάγματα τους προηγείται η μαρμίτα,
έπονται τα μπαϊράκια τους , τα τάγματά τους ,
τα τζιβελέκια τους και τα κιουτσέκια τους.

Όλοι τρέμαν μην αναποδογυρίσουν την μαρμίτα μπροστά στον σουλτάνο,
μα πιο πολύ αυτός ,τ’ ανδρείκελο.
Μ’ αυτοί συνέχισαν αλαζόνες την παρέλαση τους
και μετά το τέλος της πήγαν να γλεντήσουν
ως οι κιζίλ-μπάσηδες με τα κεριά σβημένα.



ΕΝΑ ΚΕΡΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΨΥΧΗ

Ένα κερί για μια ψυχή
που δεν πρόλαβε να ζήσει,
τρέχει η ματιά σε πληγή
που δεν λέει να κλείσει.

Ποιο μοιρολόι ν’ ακουστεί
ποια αγάπη θ’ αναστήσει
άλλος στον Άδη θα κλειστεί
κι’ άλλος σιωπή θα λύσει.

Ήρθε κι’ έφυγε νωρίς το δάκρυ
το κενό της μνήμης αγκάθι
που ξέβρασε σ’ απελπισμένη άκρη
της ψυχής το κατακάθι.



ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΙΑ ΔΑΚΡΥΑ

Τρέχει η ματιά
και χάνεται σαν έλαφος.
Μια κουβέντα στο νοτιά,
τραγέλαφος .

Ένα μυαλό
που πάει πάσο,
μανίκι μακρό
δίχως άσσο,
συνάφι λεπρό
που δέθηκε με λάσο.

Οδύρονται στην ακριά
μοιρολογίστρες
που φτιάξαν αμπριά
και πολεμίστρες.



ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

Κοιτάς τα πέρατα,
αχνός ορίζοντας,
ατμόσφαιρα βαριά,
γυρεύεις βρίζοντας
πεσμένα κέρματα
και σπίρτα για φωτιά.

Κάποιοι φωνάζουν,
απελπισμένοι
μες τον όχλο που μεθά.
Τσιλιαδόροι που διστάζουν,
αλαφιασμένοι
στρίβουν στη γωνιά.

Στου παραδείσου τη στοά
συνωστίζονται μορφές
κι’ αναμνήσεις.
Σηματοδότες ανάβουνε κλεφτά
για να περάσουνε μέρες πεζές
στις γεωτρήσεις.

Στο περιθώριο
κρέμονται καλώδια,
συρματόσχοινα γυμνά
και στη μεθόριο
απλήρωτα διόδια
που παράκαμψες σεμνά.



ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ

Στάθηκα στο ψαλτήρι μιας παλιάς εκκλησιάς
Στο σαρακοφαγωμένο αναλόγιο του υπήρχε ένα Μηνολόγιο
Ενετίηθεν τυπωμένο το 1611
Τη χρονιά που η οθωμανική διοίκηση έγδαρε τον Σκυλόσοφο
Το ξεφύλλισα
Στα περιθώρια υπήρχαν ενθυμήσεις μικρογράμματων στίχων
Iερείς, ψαλτάδες κι αναγνώστες
Σημαντικά γεγονότα της εποχής τους, ανορθόγραφα κατέγραψαν
Μα ο λόγος τους ποίηση Ομηρική
Σχοινί που δένει την μοίρα των θνητών με το αιώνιο
Μα το κορμί πάλι χώμα
Και η ψυχή εν υπνώσει
Ευτυχώς η ιστορία άνευ ταφής



ΦΕΥΓΕΙ Η ΜΕΡΑ……

Φεύγει η μέρα
κι’ ο ήλιος μαζί της
στα σύννεφα ρίχνει αστάρι.
Μια ζύγια πιο παραπέρα
κερνάει την φωνή της
σ’ ένα παλιό πατάρι.

Άλλος φιλά την μοναξιά
κι’ άλλος στην πόλη τριγυρνά
μ’ ένα φαιδρό μεθύσι,
παίρνει τους τοίχους αγκαλιά,
παρακαλώντας στα στερνά,
ήσυχα τη ζωή ν’ αφήσει.

Φεύγει η μέρα,
μια φωτιά που καίει
σ’ απόμερο κομμάτι,
περιμένει τον αέρα
που μυστικά της λέει
ένα μαλιμάτι.



ΣΥΡΜΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ

Περνούν σφυρίζοντας συρμοί,
παντού τα λόγια,
τα έργα περιττά,
χτυπούν συναγερμοί,
μεταλλαγμένη σόγια
για τροφή στα πεταχτά.

Και μια εικόνα
που γίνεται θεσμός
για καταφρόνια,
μες το χειμώνα,
απρόσμενος σεισμός
στα καταχθόνια.

Αφού σφάχτηκε αμνός
σε λαθεμένο χρονισμό,
μαζεύεται στα φόρα
υπόκοσμος γυμνός
με παράφρονα ελιτισμό
και κατηφόρα.



ΕΙΣ ΤΟΥΣ 1619

Κόπηκε η φωνή μου
αντικρίζοντας τάφρο μεστή ανθρωπίνων οστέων,
εν πλήρη ισχύ το κράτος του θανάτου
και ο Άδης στένων βοά.

Κόπηκε η φωνή μου
μετρώντας άνθη εν νεκροίς λογισθέντα.
Με κυκλώσαν κίναιδοι
προσφέροντας αργύρια και λωτούς λογικής.
Έφρυξαν τα έθνη
μα οι ταγοί εμελέτησαν κενά.

Κόπηκε η φωνή μου,
αδύναμα κεριά φωτίζουν το χθες.
Μα οι Αντιγόνες ζητούν ταφή με τιμές
κι ακόμη οδύρονται,
κόντρα στον Κρέοντα
και στο θεριό που λέγεται λήθη.



ΔΙΑ ΛΙΘΟΒΟΛΙΣΜΟΥ

Τους παραβάτες στήνουν στο δρομί,
ποιος θα πάρει και θα δώσει,
να τους δικάσει ποιος μπορεί,
το λίθο να σηκώσει.

Πριν έρθει το πρωί,
κάποιοι τρυπάνε το κορμί
κι’ άλλοι ψυχή ζητάνε,
γύρω χορεύουν τρωκτικά,
κορμιά , φθηνά σιδερικά
που γύφτοι τα πουλάνε.

Εκεί παγώνεις σα νεκρός,
φάλτσοι ,πλανόδιοι μουσικοί
κι’ άβουλοι διαβατές
κι’ ένας αόρατος εχθρός
να παίζουν ρόλο δικαστή
θέλουν με τους ακροβάτες.